Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ
Η συνοχή ενός περιγραφικού κειμένου επιτυγχάνεται με:
α) Συνδετικές (διαρθρωτικές) λέξεις οι οποίες
σχετίζονται και αποδίδουν κατά βάση τη διάταξη των λεπτομερειών του
περιγραφόμενου αντικειμένου στο χώρο. Τέτοιες λέξεις είναι κυρίως:
· επιρρηματικά και προθετικά
σύνολα που προσδιορίζουν χωροταξικά το αντικείμενο, που δηλώνουν διάταξη στο χώρο, π.χ.
«μπροστά, πίσω, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, εδώ, εκεί, δίπλα, στο σημείο αυτό,
από πίσω, στο βάθος, στο φόντο, μέσα στο, κ.λπ.»,
· λέξεις ή φράσεις που
δηλώνουν γενικευτική ή
ειδικότερη αναφορά, π.χ. «γενικότερα, ειδικότερα, πιο συγκεκριμένα, όσον
αφορά στο, κ.λπ.»,
· λέξεις ή φράσεις που
δηλώνουν προσθήκη / συμπλήρωση
/ πρόσθεση, π.χ. «επίσης, επιπλέον, παράλληλα, ακόμη, στην αρχή, στη
συνέχεια, κ.λπ.»,
· λέξεις ή φράσεις που
δηλώνουν αντίθεση,
προκειμένου να αποδώσουν τις τυχόν αντιθετικές σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των
στοιχείων της περιγραφής, π.χ. «όμως, ωστόσο, αλλά, αντίθετα κ.λπ.»,
· παράδειγμα, π.χ. «για
παράδειγμα, λόγου χάρη κ.λπ.»,
· βεβαίωση, π.χ.
«βέβαια, φυσικά, αναμφισβήτητα κ.λπ.»,
· έμφαση, π.χ. «και
κυρίως, κατά κύριο λόγο, πρέπει να τονιστεί, κ.λπ.» ,
· λέξεις ή
φράσεις που δηλώνουν αποτέλεσμα
- συμπέρασμα, προκειμένου να διατυπώσουμε κρίσεις σχετικές με κάποια
συμπεράσματα που προκύπτουν από τη διαδικασία της περιγραφής, π.χ. «έτσι,
λοιπόν, το αποτέλεσμα είναι, με συνέπεια να, κ.λπ.».
β) Επανάληψη (αναδίπλωση) μιας λέξης ή φράσης που προαναφέρθηκε (π.χ.
«[…] έχει κίτρινο χρώμα. Κίτρινο είναι και …»).
γ) Επανάληψη (αναδίπλωση) της λέξης που προσδιορίζει το
περιγραφόμενο αντικείμενο + κάποιο προσδιοριστικό (αντωνυμία), «[…]. Ο πίνακας αυτός …».
δ) Τη χρήση συνώνυμων λέξεων ή φράσεων για κάποια λέξη που
προαναφέρθηκε ή που είναι λέξη-κλειδί + κάποιο προσδιοριστικό (αντωνυμία), π.χ. συνώνυμο της λέξης
«πίνακας» είναι η λέξη «ζωγραφιά» («[…]. Μια
τέτοια ζωγραφιά …»).
ε) Την υπαγωγή μιας λέξης ή φράσης που
προαναφέρθηκε ή που είναι λέξη-κλειδί στο υπερώνυμό της (στη γενικότερη κατηγορία που
ανήκει) + κάποια προσδιοριστικά αυτής
(αντωνυμία), π.χ. η λέξη-φράση «πίνακας ζωγραφικής» υπάγεται
στο υπερώνυμο «έργο τέχνης» («[…]. Αυτό
/ ένα τέτοιο έργο τέχνης …»).
Η
γλώσσα της περιγραφής εξαρτάται
και αυτή από το αντικείμενο της περιγραφής, την πρόθεση αυτού που περιγράφει
και την επικοινωνιακή περίσταση. Ωστόσο, κάποια βασικά χαρακτηριστικά της
γλώσσας που πρέπει να χρησιμοποιούμε στα περιγραφικά κείμενα είναι:
· Η
σαφήνεια και ακρίβεια των λέξεων που
επιλέγουμε, ώστε να αποδίδουν με τη μέγιστη δυνατή πιστότητα τα χαρακτηριστικά
του αντικειμένου που περιγράφουμε και τις πληροφορίες που θεωρούμε ότι είναι
αναγκαίες και επαρκείς (περιγράφουμε
τα γνωρίσματα του αντικειμένου με απόλυτη ακρίβεια και με σαφή και κατανοητό
τρόπο).
· Κυριαρχία του ενεστώτα
και του παρατατικού (εξακολουθητικοί χρόνοι), οι οποίοι έχουν
πιο αόριστη διάρκεια και ευκολότερα αποδίδουν την απουσία χρόνου που
παρατηρείται στο χώρο (ο χώρος είναι αχρονική διάσταση), αλλά και δίνουν στο
δέκτη την αίσθηση πως «βλέπει» μπροστά του τη στιγμή εκείνη το αντικείμενο που
περιγράφεται.
· Η χρήση
ρημάτων που δηλώνουν κατάσταση (βλέπουμε,
παρατηρούμε, εντοπίζουμε, διακρίνουμε, απεικονίζεται, αναπαρίσταται, φαίνεται,
διαφαίνεται, διακρίνεται, αποτυπώνεται, ενυπάρχει κ.λπ.). Τα ρήματα αυτά
αποδίδουν την «στατικότητα» που χαρακτηρίζει την περιγραφή (στην περιγραφή
αποφεύγονται ρήματα «κίνησης και δράσης», τα οποία ταιριάζουν στην αφήγηση).
· Η συχνή
χρήση του συνδετικού ρήματος είμαι και
του βοηθητικού έχω, τα
οποία χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν χαρακτηριστικά και ιδιότητες στις
λέξεις που προσδιορίζουν.
· Η χρήση
επιθέτων. Τα
επίθετα χρησιμοποιούνται στην περιγραφή κυρίως ανάλογα με τον σκοπό και το
είδος αυτής. Έτσι, αν σκοπός μας είναι η «αντικειμενική περιγραφή» τα
επίθετα χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν κάποιες σταθερές ιδιότητες τού αντικειμένου (π.χ. «βοτσαλωτές»
παραλίες) ή να τοποθετήσουν το
αντικείμενο στο χώρο, προσδίδοντας βέβαια στο λόγο ζωντάνια, αμεσότητα και
παραστατικότητα. Αν όμως σκοπός μας είναι μια «υποκειμενική περιγραφή»,
τότε τα επίθετα, εκτός από τις σταθερές ιδιότητες τού αντικειμένου, ενδέχεται:
1) να εκφράζουν συναισθήματα ή σκέψεις μας, 2) να αποτελούν προσωπικά σχόλια,
3) να υπερτονίζουν ή να υποβαθμίζουν κάποιες λεπτομέρειες του αντικειμένου
κ.λπ..
· Η χρήση
επιρρημάτων, που
αποδίδουν τις προσωρινές ιδιότητες των περιγραφόμενων στοιχείων.
· Η
κυριολεκτική (δηλωτική) ή μεταφορική (συνυποδηλωτική) χρήση της γλώσσας. Ανάλογα
δηλαδή με τον σκοπό και το είδος της περιγραφής χρησιμοποιούμε τη γλώσσα κυριολεκτικά (οι λέξεις αποδίδουν ακριβώς το
νόημα που έχουν), όπως συμβαίνει στις «αντικειμενικές περιγραφές», ή μεταφορικά (οι λέξεις αποδίδουν άλλα
νοήματα και χρησιμοποιούνται αλληγορικά, γίνεται ευρεία χρήση σχημάτων λόγου,
όπως είναι οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις, οι συγκρίσεις κ.λπ.), όπως συμβαίνει
στις «υποκειμενικές περιγραφές».
· Το ειδικό
λεξιλόγιο / η ορολογία (ανάλογα
με το αντικείμενο της περιγραφής και την επικοινωνιακή περίσταση, π.χ. όταν
περιγράφουμε ένα πείραμα στο μάθημα της Φυσικής χρησιμοποιούμε ειδικούς όρους
της Φυσικής).
· Η επιλογή
της παθητικής σύνταξης.
· Το ύφος
της περιγραφής ποικίλλει
ανάλογα με το είδος και το σκοπό της περιγραφής. Αν για παράδειγμα είναι
«υποκειμενική» και θέλει να
προσελκύσει το ενδιαφέρον του δέκτη θα κινηθεί σε ένα ύφος απλό, φιλικό,
ζωντανό, άμεσο, παραστατικό, γλαφυρό, λυρικό (λογοτεχνίζον), κ.λπ., ενώ, αν
στοχεύει στην αντικειμενική παράθεση των χαρακτηριστικών του αντικειμένου, τότε
γίνεται πιο απρόσωπο, ουδέτερο, επίσημο, σοβαρό κ.λπ.. Αντίστοιχα,
διαμορφώνεται και με βάση την επικοινωνιακή περίσταση (σε ποιον απευθύνεται
αυτός που περιγράφει).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου